Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2007

Τόσα όνειρα κι ιδέες...

Για τη μικρή ζωή μας δε χρειάζονται



τόσα όνειρα κι ιδέες. τα τραγούδια

των ποιητάδων σβήνουν και
μαραίνονται,


μπροστά σε δυο νιοθέριστα λουλούδια.

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2007

Για όσα περιμένω...

Οσο περνά ο καιρός και προχωρώ βαθύτερα

στο ακίνητο φθινόπωρο που μαλακώνει πλένοντας
με φως τα πεζοδρόμια, τόσο βλέπω
στη χρυσωμένη δωρεά του ήλιου μια εγκατάλειψη
για όσα περιμένω και δεν πήρα,



για όσα μου ζήτησαν κι αρνήθηκα μη έχοντας,
για όσα μοιράστηκα απερίσκεπτα
και μένω ξένος και κουρελιάρης τώρα...

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2007

Τα περισσά εκ του πονηρού εστίν...

Ελέησόν με ο Θεός, κατά το μέγα ελεός σου έτσι που εύσπλαχνα ελεείς κάθε πιστό σου.

Δεν είμαι τάχατες κι εγώ εικόνα και ομοίωση
του πάνσεπτου προσώπου σου με την κατάσπρη γενειάδα
και με το δίκιο μου, υποθέτω, σου ζητώ μια κάποια λογικήν αποζημίωση έτσι που στάθηκα πιστός μες στων δακρύων την κοιλάδα.


Τι να την κάνω τη διαβεβαίωση μιανής ανέφελης ζωής στου Παραδείσου τη χλιδή,
αφού τη σήμερον πεινώ και χαραμίζω τη ζωή μου
σε μιας ανέκφραστης μιζέριας το μαράζι.

Θεούλη μου σε βεβαιώ δεν με πειράζει την κουρασμένη αν πάρει ο διάβολος ψυχή μου
αρκεί το μαύρο μάτι μου χαρούμενο να δει
δυο τρεις αυγούλες ροδαλές,
ήλιο και φως αληθινό και τη χαρά να τη χαρεί κάτω απ' τον γήινο ουρανό.
Τα περισσά εκ του πονηρού εστίν, καθώς το λες.

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2007

Υστερόγραφο ΑΓΑΠΗ...




Τι να σου γράψω

Το αίμα τελειώνει, η πένα σπάει

Δάκρυα θολώνουν τα μάτια μου.

Θα φύγω

Θα πάρω τα όνειρα και θα πάω εκεί που θα' βρω ανθρώπους δίχως όπλα,

χαρούμενες φωνές παιδιών, γέλια, αγάπη για τη ζωή.

Γειά σου και μη ρωτήσεις γιατί,
ούτε κι εγώ στ' αλήθεια.

Το ξέρω

Φεύγοντας, αφήνω τη διαθήκη μου λευκό χαρτί

και Υ.Γ
ΑΓΑΠΗ

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2007

Μόνο μια αγκαλιά...





Μια γλυκιά κουβέντα,
ένα όμορφο παραμύθι ακόμα.


Τους φόβους σου κάνε νανούρισμα κι' έλα να μου τους πεις.

Πες μου για όλα που σε στοιχιώνουν, σε πονάνε.


Για όσους ποτέ δεν κατάλαβαν ποιός είσαι και σε έκριναν σαν άλλοι θεοί.

Έλα και κοίμησέ με λέγωντάς μου για την μέρα που περιμένεις.


Την στιγμή εκείνη που θα αναστηθείς, θα ορθώσεις το είναι σου και θα πολεμήσεις.

Πές μου για όλ' αυτά που σε φοβίζουν...


Αν πάλι δεν μπορείς να μου πεις ούτε μια λέξη,
τότε έλα και πάρε μια αγκαλιά.

Μόνο μια αγκαλιά...

Με πλημμυρίζει το φως...

Εκείνο το σαξόφωνο, να το ξέρεις,
θα με συντροφεύει στις ώρες της θλίψης μου !


Θά 'ναι σα ν' ακούω τη βραχνάδα της φωνής σου στο πρωτοϋπνι
Θά 'ναι σα να τρίβω τα μάτια μου στο βαθύ σου βλέμμα !

Σα να κλέβω τ' άρωμα απ' τον αφρό του κορμιού σου !


Με πλημμυρίζει το φως
πως θα σ' έχω συνέχεια κοντά μου...

Κατερίνα Ν. 19/4/88

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2007

Το μέλλον μου άργησε πολύ...













Συχνά, θυμάμαι, οι μεγάλοι, όταν ήμουν παιδί, μιλούσαν γιά το μέλλον μου.

Αυτό γινόταν συνήθως στο τραπέζι.

'Αλλά εγώ ούτε τους πρόσεχα, ακούγοντας ένα πουλί έξω στο δέντρο.


'Ισως γι' αυτό τό μέλλον μου άργησε τόσο πολύ: ήταν τόσο αναρίθμητα τά πουλιά καί τά δέντρα...



Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2007

Η ζωή μας είναι μικρές παρενθέσεις...

Τα τρένα φεύγουν και παίρνουν μαζί τους, μακριά, τους αγαπημένους μας.

«Η ώρα πέρασε, η παρένθεση έκλεισε.

Τελειώσαμε…

Συμφωνήσαμε να μην έρθεις στο σταθμό να με συνοδεύσεις.

Θα ήταν έτσι πιο δύσκολο.

Κι ύστερα είπες μια μοναδική λέξη: Αντίο».



Πώς να αντέξεις τον πόνο του τρένου που φεύγει και δεν μπορείς να το σταματήσεις;

Η ζωή μας είναι μικρές παρενθέσεις και σύντομες συναντήσεις.

Δεν έχει σημασία αν διαρκούν κάποιες ώρες, μερικές εβδομάδες ή κάποια χρόνια.

Δε μετράει ο χρόνος, αυτό που μετράει είναι η αλήθεια που περικλείεται μέσα στο χρόνο.

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2007

Φίλοι καλοί κι αχώριστοι...





















Ήτανε καλά παιδιά, φίλοι καλοί κι αχώριστοι


Δε φωνάζαν ούτε από τον κάματο ούτε από τη δίψα ούτε από την παγωνιά,

είχανε το φέρσιμο των δέντρων και των κυμάτων

που δέχουνται τον άνεμο και τη βροχή
δέχουνται τη νύχτα και τον ήλιο

χωρίς ν' αλλάζουν μέσα στην αλλαγή...

Αυτή τη βάρκα, ποιος θα την ταξιδέψει...

Μια βάρκα απλή, μικρή, μοναχική, στα νερά του λιμανιού μας ξεκουράζεται.

Με χρώματα τόσο συνηθισμένα είναι ντυμένη,

μα τόσο φωτεινά μοναδική θαρρώ πως είναι.

Παράπονο δεν έχει, κι όνειρα για ταξίδια μακρινά δεν κάνει


Ίσως γιατί μικρή και ταπεινή σαν είναι, ξέρει,
πως σε πελάγη άγνωστα αν βγει, θα κινδυνέψει

κι ίσως πελώρια κύματα την καταπιούν, κι ίσως σε υφάλους ύπουλους, τσακίσει το κορμί της.

Κι όμως δεν είν’ ο φόβος που τη δένει, δεν είναι τεμπελιά, δεν είναι άγνοια.
Είναι της μοναξιάς η γνώση, που μιλάει μες του πελάγου το απέραντο γαλάζιο:

"Όπου και να’ σαι ευτυχία δε θα βρεις, όσα ταξίδια και να κάνεις, ίδια θα ’ναι.
Αν πρώτα μέσα σου δεν ταξιδέψεις δε χαθείς, ταξίδια άλλα στη ζωή σου δε μετράνε".

Αυτή τη βάρκα τη σοφή, τη φωτεινή,
που στο λιμάνι μόνη συλλογιέται, ποιος θα την ταξιδέψει, στης αγάπης το νησί,

μ’ άνεμο ούριο τ’ όνειρο και συντροφιά της το φεγγάρι...

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2007

Σε μια εποχή φθινοπώρου..















Όλα τα ποιήματά μου για την άνοιξη

ατέλειωτα μένουν

Φταίει που πάντα βιάζεται η άνοιξη,

φταίει που πάντα αργεί η διάθεσή μου

Γι΄ αυτό αναγκάζομαι

κάθε σχεδόν ποίημά μου για την άνοιξη

σε μια εποχή φθινοπώρου
ν΄ αποτελειώνω

Δεν γύρισε ποτέ να σε ρωτήση...

Αυτός δέν ήξερε πώς κάπου αφρίζει ή θάλασσα,
πώς κάπου μάτια ψιχαλίζουνε,
όταν σφυρίζουνε και φεύγουνε τα τραίνα.

Ανύποπτος σαν τό ποτάμι
στο δρόμο της ζωής του οδοιπορούσε.

Τα βράδυα μέσ' στον κουρασμένο ύπνο του
μισοκρυμμένος
έτρωγε το πικρό ψωμί του

και γεύονταν κουταλιά την κουταλιά
των ήμερων του τήν πικρία,

τήν ώρα πού έξω ενα φεγγάρι
με λαμπογυάλι ακάθαρτο στα ουράνια χασμουριόταν.

Κύριε, κι άν έστελνες τά πετεινά τ'
ούρανου
και τρώγαν ψίχουλο, τό ψίχουλο τη λιγοστή χαρά του,
κι ακόμα, άν και τά οχτώ παιδιά του αποκρίθηκαν
στου αγγέλου σου τό κάλεσμα,
δεν γύρισε ποτέ νά σέ ρωτήση...
Τώρα αυτού πάνω μήν του πείς
πώς ξημέρωνε και πέρα άπ' τό στυφό χωριό του,
νά μήν του πείς πώς κάπου οι θάλασσες αφρίζανε,
-καράβια έρχόντανε, καράβια φεύγανε
μέ νότο μέ βοριά-
πώς κάπου μάτια ψιχαλίζανε,
όταν σφυρίζανε και φεύγανε τά τραίνα...

Χάνουμε τα πιο ωραία χρόνια...

Έτσι συνήθως χάνουμε τά πιό ωραία χρόνια μας, από 'να τίποτα: ένα αύριο πού άργησε ή ένα λυκόφως πού κράτησε πολύ.
Κι όταν ό θεός μοίρασε τόν κόσμο, τά παιδιά πήρανε τίς γωνιές τών δρόμων κι ό διάβολος τίς πιό ωραίες λέξεις...


"Υστερα τό σπίτι ερήμωσε, όλοι έφυγαν, κι οι νεκροί κι οι φίλοι κι ή νεότητα — δρόμοι λησμονημένοι στό βάθος της νύχτας και στον κήπο τα δέντρα είχαν ακούσει τόσους λυγμούς πού άνθιζαν μ' έναν άλλον τρόπο, «νά μέ θυμάσαι» έλεγε τά φθινοπωρινά βράδια μιά κοριτσίστικη φωνή, γιατί πάντα στά παιδικά μας χρόνια υπάρχει ένα κορίτσι πού λέγεται Μαρία
Κι άλλα πράγματα πού δέν έγιναν ποτέ — όπως συμβαίνει στην πιό αληθινή ζωή μας.

Γιατί έκεί μπορείς νά είσαι ακέραιος...


Ή έξοχη αύτη την εποχή είναι στά καλύτερα της.

Μιά μικρή άμφιταλάντευση στίς μυρουδιές τού χειμώνα πού έρχεται διαπέρνα τόν αέρα καί τόν κάνει γοητευτικό σάν καθετί πού σέ βάζει ν' αμφιβάλλεις.

Στό βάθος υπάρχουν χιονισμένες κορυφές καί στά πλάγια της ασφάλτου μαζεμένες ανεμώνες. Ό ουρανός είναι μουντός κι έχει μαζέψει βαριές μάζες σύννεφα στό βοριά, όμως αυτή ή ώρα της ημέρας αφήνει κάποιες χαρωπές ανταύγειες στην ατμόσφαιρα, ανεπαίσθητα ρόδινες καί ανεπαίσθητα χρυσές.
Τά φαινόμενα της φύσης είναι σοφά, είναι φιλάνθρωπα. Καθοδηγούν τίς ψυχές μας, φροντίζουν τίς ανάγκες μας, μας Ισορροπούν।
Ή φύση μας κηδεμονεύει πιστά, έμείς της αντιστεκόμαστε.
Στην έξοχη μπορείς νά είσαι μόνος χωρίς νά αισθάνεσαι μοναξιά, γιατί έκεί μπορείς νά είσαι ακέραιος.

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2007

Κι ύστερα εκείνος έφυγε...

Της έκανε ενα σημάδι στό σώμα της, δίπλα στό αριστερό στήθος της, στη βάση του μαστού.
Εκείνη του τό ζήτησε, γιά νά πιστεύει αργότερα πώς πράγματι έγιναν οσα έγιναν μεταξύ τους.

Είχε γιά πρόσκαιρο αποδεικτικό τούτο τό ίχνος του ερωτά τους.

Τό κοίταζε μέρες μετά, σάν μενεξές μπλάβος στην αρχή, πήρε άλλα χρώματα, έγινε αχνή ξεθωριασμένη βιολέτα, καφέ φύλλο φθινοπώρου κι υστέρα σβήστηκε, χάθηκε καί βυθίστηκε στά έγκατα του κορμιού της.

Τό κορμί συντηρεί τίς μνήμες του πιό πιστά άπ' τήν καρδιά.

Δέν είχε ζήσει ποτέ τίποτα ωραιότερο.
Έλεγε, «νά πού γίνεται», «νά πού υπάρχει».

Κι ύστερα εκείνος έφυγε...